Φόρτωση...
Στο καταφύγιο “Κρεβάτια” βρέθηκα για πρώτη φορά όντας πιτσιρίκι, ακόμα Δημοτικό, όταν συχνάζαμε να επισκεπτόμαστε διάφορα βουνά και καταφύγια με οικογενειακούς φίλους και παιδιά της ηλικίας μας. Πόλεμος στις κουκέτες πάνω, πρωινό στα μακρόστενα τραπέζια, ύστερα παιχνίδι και πεζοπορίες. Όσο η αδερφή μου κατέβαινε με κάτι σχοινιά έναν βράχο (με είχε αφήσει άφωνο τότε), εγώ ρωτούσα τον πατέρα μου: “Πού είναι ο Μύτικας; Θα πάμε;”. Αυτός, μου έδειχνε την κατεύθυνση, το βλέμμα και ο ορίζοντας μου όμως, σταματούσε στην βόρεια ορθοπλαγιά. Χωρίς να προσανατολίζεται, ο επτάχρονος εαυτός μου είχε αποφασίσει πως για να ανέβεις στον Μύτικα, θα πρέπει οπωσδήποτε να διαβείς εκείνα τα κάθετα βράχια και τα απότομα λούκια. Εντάξει, τελικά αποδείχτηκε λίγο υπερβολικός ο συλλογισμός μου, αλλά που να ήξερα πως 1-2 δεκαετίες μετά, θα ξυλοκοπούσα παγάκια και θα παρακαλούσα συμπιεσμένα χιόνια να με στηρίξουν προκειμένου να ανέβω σε μια κορυφή, η οποία, 200 μέτρα δεξιότερα, προσεγγίζεται περπατώντας.
Επιστροφή στα Κρεβάτια, λοιπόν, αυτή τη φορά χωρίς ανεμελιά και φίλους, αλλά με 2 πιολέ στο σακίδιο, πολύτιμες πληροφορίες από τον Βασίλη, πολλές σοκολάτες και αυτή την ανιδιοτελή επιθυμία για εξερεύνηση. Ξημερώνει. Ροδίζει ο Μπαρμπαλάς, ροδίζουν και οι άκρες του Οροπεδίου. Μονάχα η ρεματιά που βουίζει, τα φύλλα που ζουπάμε, άντε και οι καρδερίνες και τα ξεφτέρια που ξυπνήσανε, διακόπτουν την απόλυτη, αναντικατάστατη σιωπή που προσφέρει αυτή η πλευρά του βουνού.
Η ανατολή φωτίζει τις παρυφές του Οροπεδίου. Η Βόρεια, βαριά σκιασμένη.
Στο Αλώνι, χωρίς καθυστερήσεις, ψάξαμε το ξεχασμένο μονοπάτι που οδηγεί στους Ρογκάδες, στην καρδιά της κύριας ρεματιάς, εκεί που είναι χαραγμένα τα ονόματα των ανταρτών. “Από την διχάλα, λίγη ώρα θα χρειαστούμε για να βρεθούμε στην βάση του λουκιού”, σκεφτήκαμε, “και τα παγωμένα χιόνια θα μας ανεβάσουν ταχύτατα στην κόψη”, αλληλό-επιβεβαιώσαμε και αλληλό-καθησυχάσαμε. “Το βράδυ θα είμαστε στα Πριόνια!”. Τι όμορφη λειτουργία η συντροφιά. Το παράλογο, το καθιστά εύλογο και το μάταιο, το μετατρέπει σε όραμα. Ακόμα και όταν σε καταπλακώνει η πραγματικότητα, ο σύντροφος είναι εκεί να σου πει “Πάμε λίγο ακόμα”. Λοιπόν, εμάς μας καταπλάκωσαν γιγάντιες φυλλωσιές, κορμοί και ρίζες σε -σχεδόν- κάθετα πρανές, άντε και κανένα σαθρό, άντε και κανένας πανύψηλος καταρράκτης, άντε, ίσως και ατελείωτες συστάδες κορμών. Βαθιά, πλέον, στα Κρυονέρια, συνεχίσαμε διστακτικά προς το λούκι.
Η ρεματιά, επιστρατεύοντας ευφάνταστα εμπόδια για να αποτρέψει τους φιλόδοξους.
Το ένα πέρασμα, ακολουθεί το άλλο, τα γιγαντιαία σκαλοπάτια δεν φαίνεται να μειώνονται και τα Κόκκαλα ορθώνονται επιβλητικά στο βάθος, γεννώντας την κλασική αντίφαση μεταξύ της εκπλήρωσης της επιθυμίας και της εκλογίκευσης της συνθήκης. Το χιόνι είναι καλής ποιότητας και η κλίση έχει ανέβει. Όμως, η νύχτα πλησιάζει, και εμείς προβληματισμένοι από την -γεμάτη εμπόδια- διαδρομή μας, αλλά και φοβισμένοι από το άγνωστο που κυριαρχεί τα επόμενα 500 με 600 παγωμένα-μικτά μέτρα, με έναν αναστεναγμό, πετάμε τα σχοινιά για το πρώτο ραπέλ της επιστροφής.
Σκαλοπάτια - καταρράκτες διακόπτουν την συνέχεια της ρεματιάς
Επιστρέφοντας, αναρωτιόμαστε πώς αισθανόντουσαν οι αντάρτες που κρυβόντουσαν στα βράχια και στα φαράγγια αυτού του μοναδικού μέρους. Τους προκαλούσαν, άραγε, δέος οι απόκρημνες πλαγιές που με τους συντρόφους τους διέσχιζαν; Ή μονάχα καταφύγιο τους προσέφεραν; Αυτοί κυνηγημένοι για τις ιδέες τους, εμείς κυνηγημένοι από τους εαυτούς μας, που ανώφελα αναζητούν ταλαιπωρία μέσα στην αβασάνιστη ζωή. Μέσα στη νύχτα, διακρίνουμε τα φώτα της Αγίας Τριάδας. Φτάσαμε. Τον επόμενο χειμώνα ξανά. Σχοινοσυντροφιά να είμαστε.
Τα Κόκκαλα ορθώνονται επιβλητικά στο βάθος