Φόρτωση...

Καλώς ήρθες σε ένα ακόμα
Γιατί κι εσύ αξίζεις μια βαθιά, πατριωτική τζούρα πραγματικότητας.
Με αφορμή την πρόσφατη ανάβαση που συγκλόνισε την ελληνική ορειβατική σόου μπιζ, ξέσπασε ακόμη ένας μικρός εμφύλιος. Οι μεν στα χαρακώματα των ethics, οι δε στα υψώματα της έμπνευσης, ενώ ανάμεσά τους έσκαγαν ασταμάτητα οβίδες από σχόλια, άρθρα, likes και αδιάσειστες προσωπικές βεβαιότητες.
Έχει αναρωτηθεί ποτέ κανείς σας Ιμαλαΐστές, Αλπινιστές και Ορειβάτες του πληκτρολογίου και λοιποί θεματοφύλακες της εθνικής κόρδας, πόσο δύσκολο είναι για μία γυναίκα να κατουρήσει στα 7.000 μέτρα — ακόμα κι αν κάποιος άλλος της έχει κουβαλήσει το τρίφυλλο κωλόχαρτο;
Δεν σας κρύβουμε ότι συγκινηθήκαμε βαθύτατα με τα τεκταινόμενα των τελευταίων ημερών. Νιώσαμε περήφανοι για την ανεπανάληπτη αυτή κατάγΧτηση του Makaluuuuuu , ελπίζοντας να μην επιβαρύνει ο ΕΝΦΙΑ τον Έλληνα φορολογούμενο, και καθώς στολίζαμε τα ροδαλά μας μάγουλα στα χρώματα της γαλανόλευκης, έτοιμοι να ξεχυθούμε στην Ομόνοια, θυμηθήκαμε πόσο πολύ μας είχαν λείψει αυτές οι μεγάλες εθνικές στιγμές.
Ωστόσο, επειδή ο χρόνος είναι χρήμα και εκτός από πτωχοί τω πνεύματι είμαστε και πτωχοί από χρόνο, το μοναδικό πράγμα που, κατά τη γνώμη της Τζίνας, αξίζει πραγματικά να σχολιαστεί δεν είναι η κορυφή, ούτε η προκορφή, ούτε το αν το φιξαρισμένο σχοινί μετράει ως αλπινισμός ή ως προέκταση του καπιταλισμού.
Είναι το diversity(τρομάρα μας) των προσωπικοτήτων και η υπέροχη πολυπλοκότητα των καιρών μας.
Εκεί όπου η μαγεία της προάσπισης της γυναικείας ισότητας, του political correct, των ethics του αλπινισμού και του influencing συναντούν την ψυχολογία των Βαλκανίων και την πανάρχαια ικανότητά των ανδρών να κατουράνε όρθιοι.
Και κάπου εκεί καταλάβαμε ότι το θέμα δεν ήταν ποτέ μόνο η ανάβαση στο Makalu.
Το θέμα είμαστε για ακόμα μια φορά εμείς.
Εμείς και η ανάγκη μας να χωρέσουμε σε μία κορυφή όλες τις νευρώσεις της εποχής:
την ισότητα, τους Σέρπα, τα βατραχοπέδιλα, τον καπιταλισμό, τη μητρότητα, το πλαίσιο, την πατριαρχία, τα stories, τα σχοινιά, το φύλο, την τάξη, τον σεξισμό, την αυθεντικότητα και τον αιώνιο Έλληνα σχολιαστή που δεν ξέρει ακριβώς τι έγινε ή τι του γίνεται, αλλά ξέρει σίγουρα ότι «κάτι δεν του κολλάει».
Ας ανέβει λοιπόν ο καθένας μας όπου γουστάρει, όπως γουστάρει. Αλλά ας θυμόμαστε όλοι ότι, όπως μπορεί να είναι άκομψο και υποτιμητικό να ειρωνεύεται κανείς το επίτευγμα του άλλου, έτσι μπορεί να είναι εξίσου άκομψο και προσβλητικό, το να παρουσιάζεις κάθε ανάβαση ως κατάκτηση, κάθε συμμετοχή ως πρωτιά και κάθε προσωπική εμπειρία ως εθνικό γεγονός.
Για κάποιους το σκαρφάλωμα δεν είναι περιεχόμενο, δεν είναι αφήγημα αλλά ούτε και branding.
Είναι ένα από τα λίγα σημαντικά ασήμαντα που έχουν απομείνει, όπου η ιδέα του “πως’’, υπερνικά τον ίδιο τον “στόχο’’. Είναι ένας κόσμος άτυπων κανόνων, ηθικής, αρχών, ρομαντισμού και προσωπικής αναμέτρησης. Ένας κόσμος στον οποίο κάποιοι βρήκαν καταφύγιο και τον έκαναν στάση ζωής.
Και όταν αυτός ο κόσμος μετατρέπεται σε ακόμη ένα πεδίο όπου «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», τότε δεν μιλάμε πια μόνο για το βουνό, αλλά για την ίδια νοοτροπία που ευτέλισε σιγά σιγά κάθε αξία της κοινωνίας μας και μετέτρεψε τη ζωή από περιπέτεια σε αγώνα επιβίωσης.
Το βουνό δεν παίρνει θέση. Απλώς στέκεται και μας αφήνει να προβάλλουμε πάνω του ό,τι έχουμε στο σακίδιο μας.
Είτε το κουβαλάμε μόνοι μας,
είτε πληρώνουμε κάποιον να το κάνει για λογαριασμό μας…